Grand Slams, Άποψη, Τελευταία Νέα
Τσιτσιπάς, όπως παλιά: Τρεις ανατροπές, μία «δήλωση» στη Νέα Υόρκη και ο Στέφανος που μας κάνει ξανά να ονειρευόμαστε!
Τρεις ανατροπές, τρεις διαφορετικές ιστορίες, ένα κοινό αποτέλεσμα. Ο Στέφανος Τσιτσιπάς βρέθηκε ξανά με την πλάτη στον τοίχο και μάλιστα κάνοντας το χειρότερο σετ του στο τουρνουά μέχρι τώρα, έχασε το πρώτο σετ από τον Γίρι Λεχέτσκα, αλλά για τρίτο συνεχόμενο παιχνίδι στη Νέα Υόρκη βρήκε τον τρόπο να επιστρέψει και να πάρει τη νίκη.
Το 2-6, 6-1, 7-6(3), 6-1 δεν είναι απλώς μία πρόκριση στον τέταρτο γύρο, αλλά μία εμφάνιση που θύμισε ΞΑΝΑ σε αρκετές στιγμές τον Τσιτσιπά που θεωρείτο ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα του παγκόσμιου τένις, που το κοινό θαύμαζε, χειροκροτούσε και ήταν μαζί του σε κάθε παιχνίδι. Ακριβώς όπως τα ξημερώματα του Σαββάτου και η λέξη κλειδί εδώ είναι το «ξανά», γιατί είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη διάρκεια, τη συνέπεια και τη συνέχεια που χρειαζόταν ο Έλληνας πρωταθλητής σε αυτό το στάδιο και μετά τις άκρως ενθαρρυντικές εμφανίσεις και νίκες, αρχικά επί του Αρτούρ Φις και μετά απέναντι στον Λόιντ Χάρις.
Απέναντι στον Φις, τον Λόιντ Χάρις και τώρα κόντρα στον Λεχέτσκα, ο Τσιτσιπάς ακολούθησε ξανά το ίδιο μονοπάτι.
Κακό ξεκίνημα, απάντηση, επιστροφή και τελικά νίκη. Μόνο που αυτή τη φορά η ανατροπή είχε κάτι ακόμα σε μεγαλύτερο βαθμό σε σχέση με τις προηγούμενες. Είχε διάρκεια, είχε χαρακτήρα και κυρίως είχε εικόνα ενός παίκτη που δείχνει να ξαναβρίσκει την πίστη στο παιχνίδι του.
Είχε έναν Τσιτσιπά που δεν φοβάται να επιτεθεί, που παίζει πιο γρήγορα παίρνοντας την μπάλα νωρίς, που χρησιμοποιεί ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ξανά το forehand του – το καλύτερο στο tour μαζί με αυτό του Κάρλος Αλκαράθ – σαν όπλο πίεσης και όχι απλώς σαν τρόπο για να μείνει μέσα στον πόντο, που εμπιστεύεται το one-handed backhand του αντί να το «κρύβει», που κινείται στο κορτ με ενέργεια και αυτοπεποίθηση ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ξανά αυτό που κάνει!
Και ίσως αυτό το τελευταίο να είναι και το σημαντικότερο στοιχείο απ’ όλα. Δεν νίκησε μόνο τον Λεχέτσκα και τους υπόλοιπους, αλλά κέρδισε και κάτι μέσα του, σε σχέση με το ψυχισμό του!
Το πρώτο σετ ήταν σχεδόν εφιαλτικό.
Ο Τσιτσιπάς βρέθηκε γρήγορα πίσω με 3-0, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα στο σερβίς του και ειδικά στο δεύτερο, με το οποίο δεν μπορούσε να κερδίσει πόντο φτάνοντας να έχει 0/6 κάποια στιγμή, ενώ ο Λεχέτσκα είχε βρει από νωρίς τον τρόπο να τον χτυπάει στην κατά τεκμήριο, Αχίλλειο πτέρνα του, το backhand.
Σε ένα τέτοιο παιχνίδι, απέναντι σε έναν αντίπαλο που πέρυσι έφτασε μέχρι τα προημιτελικά στη Νέα Υόρκη και διαθέτει τα όπλα για να τον «χτυπήσει» ανελέητα από τη βασική γραμμή, το 0-1 θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε μία ακόμη απογοήτευση.
Δεν εξελίχθηκε κι αυτό είναι ένα μεγάλο μήνυμα. Ο Τσιτσιπάς δεν κατέρρευσε όταν το παιχνίδι πήγε στραβά, αλλά αντιθέτως, άρχισε και πάλι να προσαρμόζεται.
Το δεύτερο σετ ήταν η αρχή αυτής της μεταμόρφωσης.
Το σερβίς βελτιώθηκε, τα χτυπήματα του έγιναν πιο «καθαρά», τα μεγάλα rallies άρχισαν να γέρνουν προς τη δική του πλευρά και ο Λεχέτσκα ξαφνικά αισθανόταν ότι είχε απέναντί του έναν τελείως διαφορεικό παίκτη.
Το 6-1 δεν ήταν απλώς ισοφάριση, ήταν αλλαγή ισορροπιών στο court και σίγουρα το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της εικόνας του Τσιτσιπά ήταν αυτό που τα τελευταία χρόνια έχει αποτελέσει αντικείμενο διαρκούς συζήτησης, το one-handed backhand.
Σε μία εποχή όπου το backhand με το ένα χέρι αποτελεί πλέον είδος προς εξαφάνιση, ο Τσιτσιπάς επέλεξε το αντίθετο από αυτό που τις περισσότερες φορές τον βλέπαμε να κάνει. Δεν το απέφευγε, αλλά το εμπιστεύτηκε. Το χτυπούσε, χρησιμοποιώντας παράλληλα και την πολύ βελτιωμένη εκδοχή του slice backhand, που μπορεί να μην είναι επιθετικό όπλο, αλλά τουλάχιστον πλέον μπορεί να τον βγάλει από δύσκολες θέσεις και να τον κρατήσει στα rallies.
Όσο περνούσε η ώρα μάλιστα, τόσο το βελτίωνε! Το backhand στην ευθεία, ένα από τα χαρακτηριστικά χτυπήματα – σήμα κατατεθεν – του Τσιτσιπά του Top 10, έκανε ξανά την εμφάνισή του και δεν είναι τυχαίο ότι μετά το παιχνίδι ο ίδιος μίλησε για την ανάγκη να «κρατήσει ζωντανό» το one-handed backhand.
Μπορεί σε κάποιους να ακούγεται απλώς σαν μία όμορφη δήλωση, στην πραγματικότητα όμως δείχνει και κάτι βαθύτερο. Ο Τσιτσιπάς δεν θέλει απλώς να «επιβιώσει» στο σύγχρονο τένις, αλλά θέλει να κερδίσει με τον δικό του τρόπο κι αυτό, για έναν αθλητή που τα τελευταία χρόνια έδειχνε συχνά να αμφιβάλλει για το ίδιο του το παιχνίδι, έχει τεράστια σημασία!
Το τρίτο σετ ήταν το πραγματικό τεστ
Το δεύτερο σετ ήταν η επιστροφή, αλλά το τρίτο ήταν η απόδειξη ότι η επιστροφή ήταν πραγματική. Εκεί δηλαδή που δεν υπήρχε χώρος για λάθη και η πίεση ήταν τεράστια!
Οι δύο παίκτες κράτησαν το σερβίς τους και το σετ οδηγήθηκε στο tie-break κι εκεί ο Τσιτσιπάς δεν έπαιξε φοβισμένα. Μπήκε επιθετικά, πήρε γρήγορα το προβάδισμα και έκλεισε το σετ με 7-3 στο tie-break. Αυτό ήταν το σημείο χωρίς επιστροφή για τον Λεχέτσκα και ταυτόχρονα το σημείο στο οποίο ο Τσιτσιπάς έδειξε κάτι που του έλειψε πολύ το τελευταίο διάστημα. Η πνευματική ανθεκτικότητα!
Μέχρι πρότινος, κάθε φορά που ο Τσιτσιπάς έχανε το πρώτο σετ, έμοιαζε να κουβαλάει μαζί του όλη την πρόσφατη ιστορία του. Την αμφισβήτηση, τις χαμένες ευκαιρίες, τα blackout, τα παιχνίδια που έμοιαζαν να ελέγχει και τελικά του ξέφυγαν.
Στη Νέα Υόρκη, μέχρι τώρα, κάνει κάτι διαφορετικό.
Χάνει το πρώτο σετ και απαντά.
Ξανά και ξανά.
Και μετά ήρθε ο «παλιός» Στέφανος
Το τέταρτο σετ ήταν το πιο απολαυστικό κομμάτι της βραδιάς.
Ο Τσιτσιπάς είχε πλέον βρει ρυθμό, «διάβαζε» πολύ καλύτερα το σερβίς του αντιπάλου, σέρβιρε με μεγαλύτερη ποιότητα και έπαιζε με την αυτοπεποίθηση ενός παίκτη που πιστεύει ότι ο πόντος είναι δικός του πριν ακόμη αρχίσει. Με λίγα λόγια, με την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά ενός αθλητή του Top 10 ή αν θέλετε, ενός αθλητή που είχε φτάσει ένα ματς πριν από την κορυφή του κόσμου, το νούμερο 1 της παγκόσμιας κατάταξης δηλαδή, στο Αυστραλιανό Όπεν του 2023.
Δύο break και 6-1. Game over! Αλλά το σημαντικότερο δεν ήταν το σκορ, ήταν η εικόνα!
Ο Τσιτσιπάς έμοιαζε να κινείται πιο ελεύθερα, να καλύπτει με τρομερή ευκολία το κορτ, χωρίς να χάνει τις ανάσες του, να εμπιστεύεται περισσότερο τα χτυπήματά του και να παίρνει αποφάσεις χωρίς τον δισταγμό που τόσο συχνά τον χαρακτήριζε την τελευταία διετία. Σαν να έφυγε για λίγο από πάνω του το βάρος όλων όσων έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια.
Ξαφνικά είδαμε ξανά έναν παίκτη που κάποτε έφτασε μέχρι τον τελικό του Roland Garros, που έπαιζε ημιτελικούς και τελικούς Grand Slam, που μπορούσε να κοιτάξει στα μάτια οποιονδήποτε από τους κορυφαίους του κόσμου και που στα δικά μου μάτια τουλάχιστον, ήταν και εξακολουθεί να είναι, το μεγαλύτερο «καθαρό» ταλέντο του παγκόσμιου σύγχρονου τένις μετά τον Κάρλος Αλκαράθ και τον «αυτοκτονικό» Νικ Κύργιο. Ναι, πάνω από τον Σίνερ, σε περίπτωση που νομίζεται πως τον ξέχασα. Μιλάμε για «pure raw talent»…
Το «Mouratoglou effect» είναι νωρίς για να το «βαφτίσουμε έτσι στην περίπτωση του Στέφανου, αλλά σίγουρα όχι για να το συζητήσουμε.
Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον ερώτημα. Τι ποσοστό από αυτή την αλλαγή μπορεί να πιστωθεί στην επιστροφή του Πατρίκ Μουράτογλου στην ομάδα του;
Η απάντηση αυτή τη στιγμή είναι πως κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα και θα ήταν μάλλον επιπόλαιο, να αποδώσουμε αυτές τις τρεις νίκες στο νέο προπονητικό κεφάλαιο στην καριέρα του Τσιτσιπά.
Υπάρχει όμως και αυτό που δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να αγνοήσουμε. Ο Στέφανος δείχνει διαφορετικός, μοιάζει να έχει ξαναβρεί την πίστη στα «όπλα» που τον έφεραν στην κορυφή και σε έναν αθλητή του δικού του υψηλού επιπέδου μπορεί να είναι και η μεγαλύτερη προπονητική παρέμβαση απ’ όλες!
Ο Μουράτογλου γνωρίζει πολύ καλά τον Τσιτσιπά, απ΄όλες τις πλευρές και αυτό προφανώς βοηθάει πολύ. Το τι ήταν, τα δυνατά του σημεία, τις ανασφάλειές του, ακόμα και τα πιο προσωπικά του θέματα, μια που ήταν και πολύ κοντά στην οικογένεια, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αισθάνεται στο court για να παίξει το καλύτερό του τένις, να βγάλει τον καλύτερο του εαυτό. Δεν είναι τυχαίο πως για ακόμα μία φορά, ο Τσιτσιπάς δεν παρέλειψε να αναφέρει και το προπονητικό του τιμ μετά το τέλος του αγώνα.
Αν αυτό που βλέπουμε στη Νέα Υόρκη είναι πράγματι η αρχή μιας νέας αγωνιστικής «ταυτότητας», το πραγματικό αποτέλεσμα δεν θα φανεί σε έναν αγώνα, ούτε καν σε τρεις, έστω και στο πιο υψηλό επίπεδο, σε ένα τουρνουά Grand Slam. Θα φανεί όταν ο Τσιτσιπάς βρεθεί ξανά σε δύσκολη κατάσταση απέναντι σε έναν κορυφαίο αντίπαλο κι εκεί θα έχουμε πιο ξεκάθαρες απαντήσεις.
Από το «να ξαναβρώ τον εαυτό μου» στο «μπορώ να κερδίσω το US Open» υπάρχει απόσταση
Η συζήτηση για κατάκτηση Grand Slam είναι απολύτως φυσιολογικό να έχει ανοίξει. Όταν ένας παίκτης με το ταλέντο και το παρελθόν του Τσιτσιπά κερδίζει τρία συνεχόμενα παιχνίδια με ανατροπή και μάλιστα απέναντι σε δύο παίκτες του Top 20, η κουβέντα αναπόφευκτα θα γίνει. Γίνεται ήδη από χθες το βράδυ στα περισσότερα τενιστικά forum, αλλά άλλο «μπορεί» και άλλο «είναι φαβορί».
Ο Τσιτσιπάς έχει πλέον μπροστά του έναν αριστερόχειρα, τον Μπεν Σέλτον και προφανώς ένας παίκτης που βρίσκεται στο νούμερο 9 της παγκόσμιας κατάταξης μπορεί να του δημιουργήσει διαφορετικού τύπου προβλήματα κυρίως με το σερβίς και την εκρηκτικότητά του. Κι αν έρθει μάλιστα και η πρόκριση στα προημιτελικά, το επίπεδο εκεί θα ανέβει ακόμη περισσότερο.
Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να «βαφτίσουμε» από τώρα τον Τσιτσιπά διεκδικητή του τίτλου. Υπάρχει όμως σίγουρα κάθε λόγος να τον πάρουμε ξανά στα σοβαρά κι αυτό από μόνο του είναι τεράστιο κέρδος για τον Τσιτσιπά, γιατί η πιο σημαντική νίκη ίσως και να είναι αυτή απέναντι στην αμφιβολία με βάση την πρόσφατη ψυχολογική του κατάσταση.
Υπάρχει όμως και μία λεπτομέρεια πολύ σημαντική
Ο ίδιος ο Τσιτσιπάς είπε μετά το παιχνίδι ότι δεν είχε ξαναζήσει τέτοια υποστήριξη από το κοινό της Νέας Υόρκης και ότι ο κόσμος και η ομάδα του τον βοήθησαν να ξεπεράσει το κακό ξεκίνημα. Αυτό δεν είναι μικρό πράγμα. Ο Τσιτσιπάς έδειχνε για μεγάλο διάστημα να παίζει με έναν «αόρατο αντίπαλο» στο κεφάλι του. Κάθε λάθος μεγάλωνε, κάθε χαμένο game δημιουργούσε επιπλέον πίεση, κάθε κακή στιγμή έφερνε μαζί της το παρελθόν. Στη Νέα Υόρκη, μέχρι στιγμής, συμβαίνει κάτι διαφορετικό. Κάνει λάθη και συνεχίζει, χάνει σετ και επιστρέφει, πιέζεται και δεν εγκαταλείπει το πλάνο και όταν βρίσκει ρυθμό αφήνεται στο παιχνίδι και γίνεται απλά απολαυστικός «προσθέτοντας» στο παγκόσμιο τένις, που μετά την αποχώρηση του Ρότζερ Φέντερερ, του Ράφα Ναδάλ και την επικείμενη, απ΄ότι φαίνεται, του Νόβακ Τζόκοβιτς, «διψάει» για κάτι διαφορετικό.
Μεγαλύτερη απόδειξη, άλλωστε, από το ότι ο φετινός τελικός στο All England Club στο Wimledon, ανάμεσα στον Γιάνικ Σίνερ (Νο.1) και τον Αλεξάντερ Ζβέρεφ (Νο.2) κατέγραψε τα χαμηλότερα ποσοστά τηλεθέασης τις τελευταίες δύο δεκαετίες, όπως αναφέρουν οι επίσημες μετρήσεις του BBC, δεν υπάρχει!
Ο χρόνος προφανώς και δεν γυρίζει πίσω, ούτε το παρελθόν μπορεί να διαγραφεί, αλλά αν υπάρχει ένας Τσιτσιπάς που μπορεί να κάνει «θόρυβο» στη Νέα Υόρκη, είναι αυτός που είδαμε απέναντι ΚΑΙ στον Λεχέτσκα.
Αυτός ο Στέφανος μπορεί να μην είναι ακόμη ο Στέφανος του 2021 ή του 2023, αλλά είναι ένας Στέφανος που, για πρώτη φορά μετά από καιρό, μας κάνει να αναρωτιόμαστε, όχι αν μπορεί να επιστρέψει, αλλά μέχρι πού μπορεί να φτάσει…