Σταν Βαβρίνκα: Τρία Grand Slam στην εποχή των Big Three – Ήταν τελικά καλύτερος από τον Άντι Μάρεϊ;
Τρία Grand Slam, 16 τίτλοι, νούμερο 3 στην παγκόσμια κατάταξη και μια καριέρα που ολοκληρώνεται στα 41 του χρόνια. Ο Σταν Βαβρίνκα, με βάση τους αριθμούς, δεν ανήκει ξεκάθαρα στους κορυφαίους όλων των εποχών, ανήκει όμως, σε μια ιδιαίτερη κατηγορία πρωταθλητών, εκείνων που κατάφεραν να ξεπεράσουν τα όρια, τα εμπόδια και τις προκλήσεις που έμοιαζε να τους επιβάλλει η εποχή τους.
Η συζήτηση για τη θέση του Σταν Βαβρίνκα στην ιστορία του παγκόσμιου τένις έχει ενδιαφέρον ακριβώς επειδή δεν προσφέρεται για εύκολες απαντήσεις. Ο Ελβετός ολοκληρώνει το 2026 μια επαγγελματική διαδρομή μεγαλύτερη των δύο δεκαετιών, έχοντας κατακτήσει τρία Grand Slam σε μια περίοδο μάλιστα κατά την οποία οι ευκαιρίες για όλους τους υπόλοιπους, πλην των Big Three ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.
Δεν υπήρξε ποτέ Νο 1 στον κόσμο, δεν κατέκτησε διψήφιο αριθμό Masters 1000, και δεν είχε καν τη σταθερότητα του Άντι Μάρεϊ. Στην πραγματικότητα, μέχρι τα 28 του χρόνια ελάχιστοι θα μπορούσαν να προβλέψουν ότι θα εξελισσόταν σε έναν από τους σημαντικότερους τενίστες της δεκαετίας του 2010.
Όταν όμως έφτασε η στιγμή να διεκδικήσει τους μεγαλύτερους τίτλους, ο Βαβρίνκα έκανε κάτι που αποδείχθηκε αδύνατο για πολλούς τενίστες με μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερη συνέπεια και, ενδεχομένως, περισσότερα αγωνιστικά προσόντα από αυτόν. Τα κατάφερε απέναντι στους καλύτερους, παίρνοντας τρεις τίτλους που έχουν τη δική τους βαρύτητα!
Το Australian Open του 2014, το Roland Garros του 2015 και το US Open του 2016!
Στη Μελβούρνη το 2014 απέκλεισε τον Νόβακ Τζόκοβιτς στα προημιτελικά, βάζοντας τέλος σε ένα σερί 25 διαδοχικών νικών του Σέρβου στο συγκεκριμένο τουρνουά, πριν επικρατήσει του τεράστιου Ράφα Ναδάλ στον τελικό!
Έναν χρόνο αργότερα, στο Παρίσι, νίκησε τον Τζόκοβιτς στον τελικό του Roland Garros, στερώντας του την ευκαιρία να ολοκληρώσει, τότε, το Career Grand Slam. Ο Σέρβος είχε αποκλείσει νωρίτερα τον Ναδάλ και έμοιαζε έτοιμος να κατακτήσει τον μοναδικό μεγάλο τίτλο που έλειπε από τη συλλογή του.
Το 2016, στη Νέα Υόρκη, ο Βαβρίνκα επανέλαβε το επίτευγμα απέναντι στον Τζόκοβιτς, αυτή τη φορά στον τελικό του US Open.
Τέσσερις τελικοί Grand Slam, τρεις νίκες και οι τρεις απέναντι σε μέλη του Big Three!
Αυτό είναι ένα στοιχείο που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί σε οποιαδήποτε… ιστορική αξιολόγηση.
Ποροφανώς και δεν τον τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο με τους Φέντερερ, Ναδάλ και Τζόκοβιτς, αλλά αναδεικνύει την ικανότητά του να φτάνει στο υψηλότερο αγωνιστικό επίπεδο στις πιο δύσκολες συνθήκες!
Η σύγκριση με τον Μάρεϊ και οι αριθμοί!
Η συχνότερη σύγκριση γίνεται με τον Άντι Μάρεϊ και έχει λογική, με την έννοια πως οι δυο τους κατέκτησαν από τρία Grand Slam και στην ίδια εξαιρετικά αναταγωνιστική εποχή.
Υπάρχουν όμως και σημαντικές διαφορές.
Ο Μάρεϊ έφτασε στο Νο 1 της παγκόσμιας κατάταξης, κατέκτησε 14 Masters 1000, δύο χρυσά Ολυμπιακά μετάλλια στο μονό και συνολικά 46 τίτλους. Αγωνίστηκε σε 11 τελικούς Grand Slam και παρέμεινε για χρόνια σταθερός διεκδικητής των σημαντικότερων τουρνουά.
Ο Βαβρίνκα είχε 16 τίτλους, ένα Masters 1000 και καλύτερη θέση το Νο 3.
Σε επίπεδο λοιπόν συνολικής καριέρας, η υπεροχή του Βρετανού είναι σαφής.
Αυτό, ωστόσο, δεν μειώνει την αξία του Ελβετού.
Ο Μάρεϊ ήταν ένας ολοκληρωμένος αθλητής, με εξαιρετική συνέπεια, σταθερότητα, αλλά και διάρκεια στο υψηλότερο επίπεδο. Ο Βαβρίνκα ήταν ένας τενίστας με μεγαλύτερες μεταπτώσεις στην απόδοση του, αλλά και με την ικανότητα να παίζει, σε συγκεκριμένες περιόδους, τένις εξαιρετικά υψηλής ποιότητας, τρομερά ελκυστικό στο μάτι!
Άλλο πράγμα είναι η αξιολόγηση μιας ολόκληρης καριέρας και άλλο η αξιολόγηση του υψηλότερου επιπέδου απόδοσης στο οποίο μπορούσε να φτάσει ένας αθλητής.
Ο Βαβρίνκα των μεγάλων αγώνων
Πολλοί θεωρούν πως ο Βαβρίνκα μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε από τους Big Three, αλλά η πραγματικότητα είναι κάπως διαφορετική.
Απέναντι στον Φέντερερ και τον Ναδάλ αντιμετώπιζε σημαντικές δυσκολίες και τα μεταξύ τους αποτελέσματα δεν επιτρέπουν σε κάποιον να υποστηρίξει ότι υπήρξε ισότιμος αντίπαλός τους.
Η ξεχωριστή σχέση του ήταν με τον Τζόκοβιτς. Ο Σέρβος μπορεί να είχε σαφή υπεροχή στο συνολικό μεταξύ τους… σκορ, αλλά στα Grand Slams ο Βαβρίνκα κατάφερνε να τον αντιμετωπίσει με έναν τρόπο που ελάχιστοι παίκτες της εποχής του μπορούσαν.
Το παιχνίδι του είχε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που δημιουργούσαν προβλήματα στον Τζόκοβιτς. Με βαθιά και δυνατά χτυπήματα από τη βασική γραμμή, μπορούσε να περιορίσει πολύ την ικανότητα του Σέρβου να ελέγχει τους πόντους μέσα από τις επιστροφές του και την αλλαγή κατεύθυνσης της μπάλας.
Το backhand του, με το ένα χέρι, δεν αποτελούσε απλώς ένα εντυπωσιακό τεχνικό στοιχείο. Δεν θα μείνει μόνο στην ιστορία ως το καλύτερο όλων των εποχών, αλλά ήταν το μοναδικό στο tour, που αποτελούσε ένα πραγματικό επιθετικό όπλο, με το οποίο μπορούσε να αλλάξει την εξέλιξη ενός rally και να βγάλει winners από θέσεις που άλλοι παίκτες θα αμύνονταν, προσπαθώντας απλώς να μείνουν στον πόντο.
Στα καλύτερα του, ο Βαβρίνκα δεν περίμενε το λάθος του αντιπάλου, αλλά επέβαλε το παιχνίδι του ακόμη και απέναντι στον κορυφαίο… αμυντικό τενίστα της γενιάς του, τον Νόβακ!
Ένας πρωταθλητής που άργησε να εμφανιστεί
Η εξέλιξη της καριέρας του Βαβρίνκα έχει ακόμη ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους μεγάλους πρωταθλητές, δεν πέτυχε τις σημαντικότερες επιτυχίες του σε πολύ νεαρή ηλικία.
Το πρώτο Grand Slam ήρθε λίγο πριν συμπληρώσει τα 29 του χρόνια, το δεύτερο στα 30 και το τρίτο στα 31.
Μέχρι τότε είχε φτιάξει το προφίλ ενός πολύ καλού τενίστα, ικανού να ανταγωνιστεί τους κορυφαίους, αλλά χωρίς τις επιτυχίες που θα τον καθιέρωναν στην ελίτ.
Η συνεργασία του με τον Μάγκνους Νόρμαν από το 2013 αποτέλεσε καθοριστικό σημείο στην εξέλιξή του. Η βελτίωση της φυσικής του κατάστασης, που ήταν πάντα ένα θέμα, μαζί με κάποια παραπανίσια κιλά, η μεγαλύτερη τακτική πειθαρχία και κυρίως η διαφορετική διαχείριση των κρίσιμων στιγμών τού επέτρεψαν να αξιοποιήσει δυνατότητες που υπήρχαν ήδη στο παιχνίδι του.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν αναλογιστούμε ότι έγινε σε μια ηλικία στην οποία πολλοί αθλητές έχουν ήδη φτάσει στο υψηλότερο σημείο της καριέρας τους.
Η θέση του στην ιστορία
Αν θέλαμε να κατατάξουμε τους κορυφαίους τενίστες σε διαφορετικές κατηγορίες, ο Βαβρίνκα δύσκολα μπορεί να τοποθετηθεί δίπλα στους μεγάλους πρωταθλητές που κυριάρχησαν για πολλά χρόνια. Ο Τζόκοβιτς, ο Ναδάλ και ο Φέντερερ αποτελούν σίγουρα μια ξεχωριστή κατηγορία.
Εμβληματικές προσωπικότητες όπως ο Πιτ Σάμπρας, ο Μπιορν Μποργκ, ο Τζον ΜάκΕνρο και ο Ροντ Λέιβερ, και ιστορικές μορφές του τένις, όπως ο Ιβάν Λεντλ, ο Τζίμι Κόνορς, ο Αντρέ Αγκάσι, ο Μπόρις Μπέκερ, ο Στέφαν Έντμπεργκ και ο Ματς Βιλάντερ έχουν πετύχει πράγματα που τους τοποθετούν υψηλότερα.
Ο Βαβρίνκα, έχω την αίσθηση, πως ανήκει περισσότερο σε μία ευρύτερη κατηγορία πρωταθλητών στην οποία μπορούμε να συμπεριλάβουμε ονόματα όπως ο Τζίμι Κούριερ, ο Γκουστάβο Κέρτεν, ο Μαράτ Σάφιν και ο Μαρτίν Ντελ Πότρο, παρά το γεγονός πως οι μεταξύ τους διαφορές σε τίτλους και διάρκεια είναι σημαντικές.
Βρίσκεται άραγε αντικειμενικά ο Βαβρίνκα ανάμεσα στους 15 κορυφαίους όλων των εποχών με βάση το σύνολο των επιτευγμάτων του και ξέχωρα από την… συμπάθεια που οι περισσότεροι του έχουμε; Δύσκολα…
Μια θέση στους πρώτους 30 όλων των εποχών, θα ήταν ίσως μια πιο λογική και ειλικρηνής εκτίμηση.
Υπάρχει, όμως, και μια άλλη παράμετρος κι εκεί τα πράγματα αλλάζουν δραματικά!
Αν η αξιολόγηση αφορά αποκλειστικά στο καλύτερο τένις που μπορούσε να παίξει ένας αθλητής, το «ταβάνι» του που λέμε και κυρίως στους μεγάλους αγώνες, ο Βαβρίνκα σίγουρα μπορεί να τοποθετηθεί αρκετά ψηλότερα. Αυτός είναι και ο λόγος που είναι τόσο αγαπητός και που εξηγεί γιατί προκαλούσε και προκαλεί τόσο έντονα συναισθήματα στους φίλους του αθλήματος.
Το backhand και η προσωπική του ταυτότητα
Δεν είναι τυχαίο πως σε όλες, μα όλες, τις συζητήσεις για την αποχώρησή του, μεγάλο μέρος των αναφορών επικεντρώνεται στο backhand του με το ένα χέρι!
Για μένα, υπήρξε το κορυφαίο της σύγχρονης εποχής και σίγουρα το πιο εντυπωσιακό που εμφανίστηκε ποτέ στο επαγγελματικό τένις.
Οι απόλυτες συγκρίσεις βέβαια είναι δύσκολες. Ο Φέντερερ, για παράδειγμα, διέθετε μεγαλύτερη ποικιλία, με το εκπληκτικό slice του, αλλά και αστάθεια όταν βρισκόταν υπό πίεση. Ο Έντμπεργκ είχε τελείως διαφορετική τεχνική και ο Ρισάρ Γκασκέ δημιουργούσε… extreme γωνίες για πλάκα!
Ο Βαβρίνκα, όμως, συνδύαζε δύναμη, βάθος και επιθετικότητα και μπορούσε εύκολα να το χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά απέναντι στους καλύτερους παίκτες του κόσμου, ακόμη και στις πιο απαιτητικές συνθήκες.
Σε μια περίοδο κατά την οποία το backhand με τα δύο χέρια, είχε επικρατήσει σχεδόν ολοκληρωτικά, ο Ελβετός μπορούσε όχι μόνο να επιβιώσει, αλλά και να κάνει το backhand του βασικό «όπλο» για την κατάκτηση Grand Slam.
Η τεχνική του ήταν τόσο ιδιαίτερη, ώστε έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της δική του αναγνωρισιμότητας.
Η αξία μιας… διαφορετικής διαδρομής
Η αποχώρηση του Βαβρίνκα σηματοδοτεί το τέλος ενός ακόμη σημαντικού κεφαλαίου της γενιάς που αγωνίστηκε στη «σκιά» των Big Three.
Μιας γενιάς με εξαιρετικούς τενίστες, πολλοί από τους οποίους δεν κατάφεραν ποτέ να κατακτήσουν τίτλους που υπό διαφορετικές συνθήκες θα μπορούσαν να είχαν διεκδικήσει.
Ο Βαβρίνκα δεν υπήρξε ο πιο σταθερός εκπρόσωπός της, ούτε καν ο πιο ολοκληρωμένος.
Ήταν, όμως, ένας από τους ελάχιστους που κατάφεραν να μετατρέψουν τις ευκαιρίες τους σε ιστορικές επιτυχίες.
Δεν χρειάζεται να τον τοποθετήσουμε λοιπόν απαραίτητα δίπλα στους μεγαλύτερους όλων των εποχών για να αναγνωρίσουμε την αξία του, ούτε να αγνοήσουμε τις αδυναμίες και τις περιόδους αστάθειας που χαρακτήρισαν την πορεία του.
Οι αριθμοί, άλλωστε, νομίζω αποτυπώνουν με αρκετή ακρίβεια το μέγεθος των επιτευγμάτων του. Δεν μπορούν, όμως, να περιγράψουν πλήρως την επίδραση που είχε το παιχνίδι του στο παγκόσμιο τένις, ούτε τη σημασία ορισμένων από τις νίκες του.
Το προσωνύμιο του όμως, «Stan the Man», το οποίο προέκυψε από το μικρό του όνομα και την αγγλική έκφραση «the man», που χρησιμοποιείται για κάποιον που ξεχωρίζει ή ανταποκρίνεται στις μεγάλες στιγμές, αποτυπώνει σίγουρα την εικόνα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο…!
Merci, Stan – thank you!