Τσιτσιπάς – Ντε Μινόρ: Το 29-0, η «σκληρή» αλήθεια για το ταλέντο, το «ταβάνι» και η μεγάλη αντίφαση!

O Άλεξ Ντε Μινόρ τρέχει περισσότερο απ’ όλους, μάχεται πιο πολύ από τους περισσότερους, αλλά όταν απέναντί του βρίσκεται ένας πραγματικά μεγάλος αντίπαλος, το έργο μοιάζει να επαναλαμβάνεται. 

Τσιτσιπάς – Ντε Μινόρ: Το 29-0, η «σκληρή» αλήθεια για το ταλέντο, το «ταβάνι» και η μεγάλη αντίφαση!

Η σύγκριση, δε, με τον Στέφανο Τσιτσιπά αποκαλύπτει μια από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις του σύγχρονου τένις!

Ο ένας έχει τα «όπλα» αλλά δυσκολεύεται να τα αξιοποιήσει και ο άλλος τα αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό, χωρίς όμως αυτά να είναι πάντα αρκετά.

Υπάρχουν αθλητές που τους παρακολουθείς και αναρωτιέσαι πώς γίνεται να μην βρίσκονται στην κορυφή και υπάρχουν και άλλοι που, όσο περισσότερο τους βλέπεις, τόσο καλύτερα καταλαβαίνεις γιατί δεν βρίσκονται εκεί.

Ο Άλεξ Ντε Μινόρ είναι μια παράξενη περίπτωση, γιατί καταφέρνει, με έναν τρόπο, να ανήκει και στις δύο κατηγορίες.

Ο Αυστραλός είναι ένας εξαιρετικός τενίστας, με… ακούραστα πόδια, τρομερές αμυντικές ικανότητες και πνευματική αντοχή που θα ζήλευαν παίκτες με πολύ μεγαλύτερο ταλέντο.

Όταν όμως το επίπεδο ανεβαίνει πραγματικά, ο Ντε Μινόρ μοιάζει να έχει φτάσει ήδη στο δικό του ταβάνι. Κάνει σχεδόν τα πάντα σωστά, αλλά και πάλι μπορεί να μην αποδειχθούν αρκετά.

Η διαφορά ανάμεσα στο να είσαι κορυφαίος και στο να νικάς τους κορυφαίους!

Η πρόσφατη αναμέτρησή του με τον Αλεξάντερ Ζβέρεφ στη Σαγκάη ήταν ακόμη ένα επεισόδιο μιας ιστορίας που έχουμε παρακολουθήσει πολλές φορές.

Ο Ντε Μινόρ μπήκε στο γήπεδο με το γνωστό του σχέδιο. Να τρέξει, να επιστρέψει μπάλες, να αναγκάσει τον αντίπαλό του να παίξει μία επιπλέον μπάλα.

Απέναντι του όμως βρισκόταν ένας Ζβέρεφ που σέρβιρε σε εξωπραγματικό επίπεδο, με αξιολόγηση 9,4 στην ποιότητα του σερβίς.

Ο Γερμανός έσωσε και τα πέντε break points που αντιμετώπισε. Ο Αυστραλός είχε τις ευκαιρίες του, αλλά δεν τις αξιοποίησε.

Στο κορυφαίο επίπεδο δεν αρκεί μόνο να δημιουργείς ευκαιρίες. Πρέπει να τις μετατρέπεις σε αποτέλεσμα, γιατί ο αντίπαλος που βρίσκεται απέναντί σου δεν θα σου προσφέρει άλλες… δέκα.

Ο Ζβέρεφ μπορεί να χρειάζεται δύο-τρεις καλές μπάλες για να πάρει έναν πόντο. Ο Ντε Μινόρ συχνά χρειάζεται τουλάχιστον έξι.

Ο ένας επιβάλλει το παιχνίδι του και ο άλλος προσπαθεί να αντέξει μέσα στο παιχνίδι του αντιπάλου.

Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι, για κάποιους, η «επιβίωση» στον πόντο, στο τέλος τα μεγάλα τρόπαια δεν απονέμονται σε εκείνον που άντεξε περισσότερο, αλλά σε εκείνον που επέβαλε το παιχνίδι του.

Το στατιστικό των 29 ηττών που αποκαλύπτει το πρόβλημα

Υπάρχουν στατιστικά που χρειάζονται ανάλυση και άλλα που αποτυπώνουν ξεκάθαρα, με τον πιο σκληρό τρόπο, μια πραγματικότητα.

Στην περίπτωση του Ντε Μινόρ, οι ανυπέρβλητες δυσκολίες απέναντι στους Αλκαράθ, Τζόκοβιτς, Σίνερ και Ζβέρεφ αποτελούν μια επαναλαμβανόμενη κατάσταση.

Το αρνητικό ρεκόρ των 29 ηττών, χωρίς νίκη απέναντί τους στο ATP Tour, εξαιρουμένων των United Cup, Laver Cup, ATP Cup και Davis Cup, αποτυπώνει ξεκάθαρα το πρόβλημα.

Δεν μιλάμε για έναν παίκτη που χάνει από οποιονδήποτε, αλλά για κάποιον που μπορεί να νικήσει σχεδόν όλους τους υπόλοιπους. Όταν όμως βρίσκεται απέναντι στην ελίτ, η έλλειψη συγκεκριμένων ποιοτικών χαρακτηριστικών γίνεται εμφανέστατη.

Δεν είναι προφανώς ζήτημα μιας κακής ημέρας ή μιας επιφάνειας που δεν του ταιριάζει.

Όταν ένας αθλητής δυσκολεύεται επανειλημμένα απέναντι στους ίδιους, κορυφαίους, αντιπάλους, κάποια στιγμή σταματάς να προσπαθείς να βρεις εξήγηση και αρχίζεις να βλέπεις την ποιότητα των αγωνιστικών του χαρακτηριστικών.

Ο Ντε Μινόρ έχει μάθει να κερδίζει τους καλούς. Το πρόβλημά του είναι ότι δεν έχει βρει ακόμη έναν

τρόπο να κερδίζει τους καλύτερους.

Το σύνδρομο του καλού μαθητή!

Ο Ντε Μινόρ θυμίζει εκείνον τον μαθητή που διαβάζει περισσότερο από όλους, δεν χάνει μάθημα, παραδίδει κάθε εργασία στην ώρα της, αλλά στις πιο δύσκολες εξετάσεις βλέπει κάποιον άλλον να παίρνει μεγαλύτερο βαθμό.

Όχι επειδή δεν προσπάθησε, αλλά επειδή ο άλλος διαθέτει κάτι που δεν αποκτάται αποκλειστικά με την προσπάθεια.

Στο τένις αυτό το «κάτι» είναι η δυνατότητα να τελειώνεις τον πόντο.

Ο Σίνερ το κάνει, σε μεγάλο βαθμό, με την καθαρότητα των χτυπημάτων του και ο Αλκαράθ με την εκρηκτικότητα, τη φαντασία και την ικανότητά του να μετατρέπει μια άμυνα σε επίθεση.

Ο Ζβέρεφ, όταν λειτουργεί το σερβίς του, μπορεί να μετατρέψει ολόκληρα games σε τυπική διαδικασία.

Ο Τζόκοβιτς, ακόμη και σε αυτή την ηλικία, διαθέτει εκείνη τη σπάνια ικανότητα να «διαβάζει» το παιχνίδι, να διαχειρίζεται τις κρίσιμες στιγμές και να βρίσκει λύσεις.

Ο Ντε Μινόρ, από την άλλη, πρέπει να δουλέψει σκληρά σχεδόν για κάθε πόντο.

Αυτή είναι η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει ο Αυστραλός και το πρόβλημα, βεβαίως, δεν είναι τα πόδια. Κάθε άλλο. Είναι τα όπλα!

Η επιθετικότητα δεν είναι απόφαση. Είναι δυνατότητα!

Συχνά λέμε ότι ο Ντε Μινόρ πρέπει να γίνει πιο επιθετικός. Είναι εύκολο να το λες και πολύ δύσκολο να το κάνεις.

Η επιθετικότητα δεν είναι απλώς θέμα επιλογής ή απόφασης. Είναι δυνατότητα!

Δεν αρκεί να αποφασίσεις ότι θέλεις να χτυπήσεις δυνατότερα. Πρέπει να έχεις την τεχνική, την αυτοπεποίθηση και, κυρίως, την ποιότητα του χτυπήματος που θα σου επιτρέψει να το κάνεις χωρίς να κάνεις το ένα λάθος μετά το άλλο.

Παρ’ όλα αυτά, ο Ντε Μινόρ έχει βελτιώσει αισθητά την επιθετικότητά του. Έρχεται πλέον πιο κοντά στην baseline, «ψάχνει» πιο συχνά έναν winner και δεν περιορίζεται πλέον μόνο στο αμυντικό κομμάτι.

Όμως αυτή η βελτίωση δεν σημαίνει απαραίτητα και υπέρβαση απέναντι στους καλύτερους.

Ναι, απέναντι στους περισσότερους αντιπάλους, αυτές οι αλλαγές αρκούν για να τον βγάλουν νικητή.

Απέναντι στους κορυφαίους όμως, όχι πάντα.

Αυτό συμβαίνει επειδή οι «μεγάλοι» διαθέτουν κάτι που ο Αυστραλός δεν έχει στον ίδιο βαθμό. Ένα χτύπημα που μπορεί να αλλάξει τη ροή ενός πόντου χωρίς να χρειαστεί να τον χτίσουν από την αρχή.

Ο Ντε Μινόρ είναι εξαιρετικός στο να χτίζει τους πόντους…

Ντε Μινόρ – Τσιτσιπάς: Η μεγάλη αντίφαση του σύγχρονου τένις!

Ο ένας αξιοποίησε σχεδόν όσα είχε. Ο άλλος δεν αξιοποίησε στον μέγιστο βαθμό όσα θα μπορούσε!

Έχει ενδιαφέρον να συγκρίνουμε τις δύο περιπτώσεις.

Μιλάμε για δύο τενίστες που ακολούθησαν σχεδόν αντίθετους δρόμους.

Ο ένας «έχτισε» την καριέρα του πάνω στην πειθαρχία, την αθλητικότητα, τη συνέπεια και την συνεχή προσπάθεια να βελτιώσει ακόμη και την παραμικρή λεπτομέρεια του παιχνιδιού του.

Ο άλλος έκανε την εμφάνισή του στο παγκόσμιο τένις με ένα εντυπωσιακό «οπλοστάσιο». Με εξαιρετικό forehand, πολύ καλό σερβίς, παιχνίδι στο φιλέ, backhand στην ευθεία, ικανότητα να τελειώνει πόντους και ένα παιχνίδι γενικότερα με το οποίο μπορούσε να επιβληθεί ακόμη και απέναντι στους κορυφαίους.

Ο Ντε Μινόρ χρειάστηκε να δουλέψει σκληρά για να πλησιάσει την ελίτ.

Ο Τσιτσιπάς έδειξε από νωρίς ότι είχε τα προσόντα να κατακτήσει την κορυφή.

Τι συμβαίνει όμως τα τελευταία χρόνια;

Ο Αυστραλός εμφανίζεται ως το υπόδειγμα της αγωνιστικής συνέπειας, ενώ ο Έλληνας πρωταθλητής εξακολουθεί να αναζητά τον τρόπο να επιστρέψει στο επίπεδο που κάποτε θεωρούσαμε αυτονόητο για τα προσόντα του.

Ο Ντε Μινόρ μοιάζει να έχει πάρει σχεδόν τα πάντα από το ταλέντο του, ενώ ο Τσιτσιπάς μοιάζει να έχει πάρει λιγότερα από όσα μπορούσε από το δικό του.

Τα τρόπαια του Τσιτσιπά και η πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί

Αρκεί να κοιτάξει κανείς τι έχουν πετύχει.

Ο Τσιτσιπάς έχει φτάσει στο Νο 3 του κόσμου, έχει αγωνιστεί σε δύο τελικούς Grand Slam, έχει κατακτήσει τρεις τίτλους Masters 1000 στο Μόντε Κάρλο και έχει σηκώσει το τρόπαιο των ATP Finals.

Ο Ντε Μινόρ, παρά την εντυπωσιακή συνέπειά του, δεν έχει κατακτήσει αντίστοιχους τίτλους.

Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο σημαντικό, που αποτυπώνει την πραγματικότητα.

Στις μεταξύ τους αναμετρήσεις, ο Τσιτσιπάς έχει ξεκάθαρο προβάδισμα.

Ακόμη και όταν η αγωνιστική του κατάσταση δεν είναι η καλύτερη, το παιχνίδι του εξακολουθεί να δημιουργεί προβλήματα στον Αυστραλό και αυτό μόνο τυχαίο δεν είναι!

Ο Τσιτσιπάς έχει ακριβώς εκείνο που λείπει από τον Ντε Μινόρ!

Την ικανότητα να τελειώσει έναν πόντο με ένα, δύο ή τρία χτυπήματα.

Ο Τσιτσιπάς, βέβαια, έχει τις δικές του αδυναμίες. Το backhand του γίνεται στόχος, οι επιστροφές του στο σερβίς δεν βρίσκονται στο επίπεδο των κορυφαίων και η αγωνιστική του εικόνα παρουσιάζει μεγάλες διακυμάνσεις.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά.

Οι αδυναμίες του Τσιτσιπά συχνά τον εμποδίζουν να αξιοποιήσει την επιθετικότητά του.

Οι αδυναμίες του Ντε Μινόρ περιορίζουν τη μέγιστη επιθετικότητα που μπορεί να βγάλει και αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο να διορθωθεί.

Γιατί ο Τσιτσιπάς έχει κάτι που ο Ντε Μινόρ δεν μπορεί εύκολα να αποκτήσει

Ο Τσιτσιπάς, στην καλύτερη εκδοχή του, μπορεί να μπει στο γήπεδο και να επιβάλει το παιχνίδι του απέναντι σχεδόν σε οποιονδήποτε.

Ο Ντε Μινόρ, ακόμη και στην καλύτερη εκδοχή του, συχνά χρειάζεται να προσαρμοστεί στο παιχνίδι του αντιπάλου.

Ο ένας έχει αποδείξει ότι διαθέτει τα «όπλα» για να νικήσει τους μεγάλους, αλλά δεν καταφέρνει πάντοτε να τα χρησιμοποιήσει. Ο άλλος χρησιμοποιεί σχεδόν άψογα τα δικά του «όπλα», αλλά αυτά δεν είναι πάντα αρκετά για να τους νικήσει.

Αν έπρεπε να ποντάρεις ποιος από τους δύο θα κερδίσει περισσότερους αγώνες απέναντι σε αντιπάλους χαμηλότερου επιπέδου μέσα σε μια ολόκληρη σεζόν, ο Ντε Μινόρ θα ήταν η πιο λογική επιλογή.

Αν όμως έπρεπε να επιλέξεις ποιος έχει περισσότερες πιθανότητες να νικήσει τον Σίνερ, τον Αλκαράθ, τον Ζβέρεφ ή τον Τζόκοβιτς σε έναν αγώνα, η απάντηση δεν θα ήταν η ίδια, ακόμα και τώρα, που ο Αυστραλός παρουσιάζει μεγαλύτερη συνέπεια σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.

Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο σημερινός Τσιτσιπάς είναι καλύτερος από τον σημερινό Ντε Μινόρ, ούτε ότι μια επιστροφή του Έλληνα πρωταθλητή στην κορυφή είναι δεδομένη.

Σημαίνει όμως ότι η συνέπεια και το «ταβάνι» είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Το μεγάλο δίλημμα: Να αξιοποιείς το 100% των δυνατοτήτων σου ή να έχεις ταλέντο για το Νο 1;

Αυτή η σύγκριση μας οδηγεί τελικά και σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα διλήμματα του σύγχρονου τένις.

Τι είναι προτιμότερο;

Να είσαι ένας αθλητής που αξιοποιεί σχεδόν το 100% των δυνατοτήτων του, αλλά δυσκολεύεται να ξεπεράσει τους κορυφαίους ή να είσαι ένας αθλητής που έχει αποδείξει ότι μπορεί να φτάσει στην κορυφή, αλλά δεν καταφέρνει να διατηρηθεί εκεί;

Ο Ντε Μινόρ είναι η απόδειξη ότι η σκληρή δουλειά μπορεί να σε φέρει πολύ κοντά στην κορυφή.

Ο Τσιτσιπάς είναι η απόδειξη ότι ακόμη και το μεγάλο ταλέντο δεν αρκεί για να παραμείνεις εκεί…