Roland Garros 2026: Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο υγιής Τσιτσιπάς;

Roland Garros 2026: Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει ο υγιής Τσιτσιπάς;

Ο κόσμος του τένις περιμένει το Roland Garros περίπου όπως όλοι οι υπόλοιποι περίμενουν το καλοκαίρι. Με ανυπομονησία, με προσμονή, αλλά και με εκείνη τη μόνιμη αγωνία για το αν τελικά θα δούμε κάτι ιστορικό, κάτι καινούργιο ή αν όλα είναι ήδη προδιαγεγραμμένα.

Και φέτος, για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια, το ταμπλό μοιάζει να «μιλάει» και να λέει δύο ιστορίες. Από τη μία, η σχεδόν βέβαιη «στέψη» του Γιανίκ Σίνερ. Από την άλλη, η κρυφή ελπίδα ότι κάποιος θα βγει από τη γωνία και θα τινάξει το Παρίσι στον αέρα.

Γιατί ναι, ο Σίνερ έρχεται σαν μηχανή. Αήττητος στο χώμα, ψυχρός, αλύγιστος, με εκείνο το βλέμμα ανθρώπου που δεν παίζει πια για να αποδείξει πράγματα, αλλά για να κυριαρχήσει. Και όμως, πίσω από τα στατιστικά και τις αναλύσεις, υπάρχει ένας αστάθμητος παράγοντας: η ζέστη, η κούραση, τα πέντε σετ. Εκεί όπου, σε κάποιες περιπτώσεις, το σώμα δεν υπακούει πάντα στο μυαλό.

“Sinner + heat = trouble”; Ίσως. Το έχουμε δει στο παρελθόν και είναι ίσως η πιο ανθρώπινη παρατήρηση που μπορεί να κάνει κανείς μέσα σε όλη αυτή την τελειότητα που βγάζει το ιταλικό «ρομπότ».

Την ίδια ώρα, ο Νόβακ Τζόκοβιτς αντιμετωπίζεται σαν ένας θρύλος που όλοι περιμένουν να μάθουν πότε θα «πεθάνει» αγωνιστικά, αλλά κανείς δεν τολμά και να τον… «θάψει». Άλλοι ισχυρίζονται ότι δεν θα φτάσει ούτε στη δεύτερη εβδομάδα. Κάποιοι άλλοι ότι «ο Νόβακ θα το πάρει». Κι ένας τρίτος θα μπορούσε να σκεφτεί ακόμα και το ενδεχόμενο ο Τζόκοβιτς να παίζει πλέον ελάχιστα μέσα στη χρονιά και απλώς να εμφανίζεται στα Grand Slams φρέσκος για να τα κατακτά.

Και ξέρετε κάτι; Με τον Νόβακ ποτέ δεν ξέρεις αν αυτό ακούγεται παράλογο ή προφητικό.

Το πιο ενδιαφέρον όμως αυτή την περίοδο στο τένις δεν είναι οι προβλέψεις. Είναι η δίψα του κόσμου για κάτι καινούργιο. Για έναν νέο «ήρωα». Για τουλάχιστον έναν τρίτο πόλο έλξης δίπλα σε Σίνερ και Αλκαράθ.

Ο κόσμος μιλάει ξαφνικά για τον Ιγνάσιο Μπούσε, τον Ζοάο Φονσέκα, τον Ράφαελ Χόδαρ, τον Μαρτίν Λανταλούθε. Ονόματα που πριν από λίγους μήνες δεν έλεγαν τίποτα στον μέσο φίλαθλο και τώρα εμφανίζονται σαν πιθανοί newcomers που ίσως σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή.

Και μέσα σε όλα αυτά, η απουσία του Κάρλος Αλκαράθ αιωρείται πάνω από το τουρνουά σαν σκιά. Για κάποιους, χωρίς τον Αλκαράθ το ταμπλό είναι αδιάφορο. Για άλλους, αυτή ακριβώς είναι η ευκαιρία να αποδείξει το άθλημα ότι δεν εξαρτάται από έναν ή δύο ανθρώπους.

Η αλήθεια ίσως βρίσκεται κάπου στη μέση. Γιατί ο Αλκαράθ δεν είναι απλώς ένας πρωταθλητής. Είναι… χάος, ένταση, ηλεκτρισμός. Είναι ο παίκτης που κάνει ακόμα και τους… ποδοσφαιρόφιλους να σταματούν ό,τι κάνουν για να δουν έναν πόντο του.

Και ύστερα υπάρχει ο Αλεξάντερ Ζβέρεφ. Ο αιώνιος… newcomer. Ο παίκτης που πάντα μοιάζει να βρίσκεται κοντά σε ένα Grand Slam, αλλά στην πραγματικότητα ποτέ αρκετά κοντά. Υπάρχουν άνθρωποι, ανάμεσά τους και ο υπογράφων, που πιστεύουν ότι μόνο εκείνος μπορεί να χαλάσει τη «στέψη» του Σίνερ. Άλλοι πάλι λένε όμως πως δεν θα φτάσει ποτέ ξανά σε τελικό Grand Slam.

Στο σύγχρονο τένις όμως, η απόσταση ανάμεσα στον τροπαιούχο και τον φιναλίστ μπορεί να είναι απλώς ένα break point.

Και κάπου εκεί μπορεί να βρίσκεται όλη η μαγεία αυτού του Roland Garros.

Γιατί μπορεί όλοι να λένε πως «ο Σίνερ θα το πάρει εύκολα». Μπορεί το τουρνουά να μοιάζει απολύτως προβλέψιμο ως προς τον τελικό νικητή. Όμως το χώμα κουράζει, λυγίζει, αποκαλύπτει. Στο Παρίσι δεν κερδίζει πάντα ο καλύτερος, εκτός αν λέγεται… Ράφα Ναδάλ. Κερδίζει εκείνος που αντέχει περισσότερο όταν όλα και όλοι αρχίζουν να πονάνε.

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πραγματικό θέμα αυτού του Roland Garros. Όχι ποιος είναι ο κορυφαίος, αλλά ποιος είναι έτοιμος να υποφέρει περισσότερο για να το αποδείξει.

Και κάπου εκεί αρχίζει και η κουβέντα για τον δικό μας, Στέφανο Τσιτσιπά.

Κάθε φορά που τον ακούμε να μιλάει το τελευταίο διάστημα, αναφέρεται στο ότι πλέον είναι απολύτως υγιής. Απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας στις ακραίες συνθήκες του Roland Garros.

Πέρασε δύσκολα, υπέφερε, άντεξε αρκετά και τώρα αφήνει πίσω του τον πόνο. Μαζί και οποιαδήποτε δικαιολογία, όχι αποτυχίας, γιατί αυτό μπορεί να συμβεί, αλλά ανεπαρκούς προετοιμασίας.

Το forehand του μοιάζει τελευταία να έχει επιστρέψει στο υψηλότερο επίπεδο. Άλλωστε, στα καλά του, μιλάμε πιθανότατα για το κορυφαίο στον κόσμο. Και ειδικά στη χωμάτινη επιφάνεια, το βαρύ spin που βάζει, αποτελεί τεράστιο όπλο. Το σημαντικότερο; Έχει σταματήσει να είναι διστακτικός. Το εμπιστεύεται ξανά χωρίς να «κρατάει» το χέρι του.

Όσο για τις αδυναμίες του; Είναι ακόμη εκεί. Το backhand του υπό πίεση, σε συνθήκες άμυνας, δεν έχει βελτιωθεί σημαντικά. Το slice του παραμένει περιορισμένο. Οι επιστροφές του εξακολουθούν να αποτελούν άλυτο γρίφο.

Όλα αυτά όμως, στην… καθυστέρηση του χώματος, στην αργή επιφάνεια, φαίνονται μικρότερα προβλήματα απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα.

Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει; Άγνωστο. Πολλά θα εξαρτηθούν από την ψυχοσύνθεσή του στη διάρκεια των αγώνων. Η διάθεσή του αλλάζει εύκολα, η ένταση μεγαλώνει σε χρόμνο dt, τα νεύρα τον κρατούν πίσω και, για την ώρα, φαίνεται να τον έχουν ακολουθήσει και στο Παρίσι. Δεν απέχουμε άλλωστε πολύ από την πρόσφατη «έκρηξη» στη Γενεύη.

Αν καταφέρει να διαχειριστεί τον εαυτό του και τον τρομερό θυμό, που εκφράζει κατά διαστήματα, μπορεί να φτάσει μέχρι και σε μια μεγάλη «μάχη» με τον ασταθή, ειδικά στο χώμα, Μπεν Σέλτον, στον τρίτο γύρο. Και τότε ίσως αρχίσουμε να συζητάμε ξανά σοβαρά για τον Στέφανο Τσιτσιπά...